Ο Κωνσταντίνος Μπούρας γράφει για το βιβλίο «Ούτε μια μέρα παραπάνω»

Βιβλία σαν αυτό το καλογραμμένο πόνημα της άξιας λογοτέχνιδος Βενετίας Πιτσιλαδή – Σούαρτ είναι και ευανάγνωστα και ευπώλητα και φιλικά προς τον αναγνώστη, επειδή εδώ το συναίσθημα και τα νοήματα συμβαδίζουν και δεν έχουν διαζευχθεί. Δεν πρόκειται όμως για «λογοτεχνία φυγής», δεν παραπέμπουν σε άμεσες ευτοπίες, απολύτως προσβάσιμες, αλλά, αντιθέτως, προτρέπουν τον αναγνώστη (ανεξαρτήτως φύλου) να σκάψει βαθιά μέσα του, να αναλύσει (δια του παραδείγματος) τον κόσμο έξω του και να προβεί στις διορθωτικές εκείνες κινήσεις (ανεπαίσθητες, έστω) έτσι ώστε να διεκδικήσει την ευτυχία του μέσα από την απελευθέρωση.

Από τον τίτλο κιόλας «ούτε μια μέρα παραπάνω!» (με θαυμαστικό) μπαίνουμε αμέσως σε μια εφηβική επαναστατικότητα, που ο πρόλογος της Βενετίας Πιτσιλαδή – Σούαρτ την μεταφέρει στην ωριμότητα του έμπειρου πλέον ανθρώπου που θέλει, επιθυμεί σφόδρα και μάχεται για να σπάσει τα δεσμά του.

Η συγκινητική αφιέρωση στον λατρεμένο της γιο Μάξιμο εξαιρεί αμέσως την γνήσια αγάπη από τους δεσμούς που θα πρέπει επειγόντως να κοπούν.

Προχωράμε αργά μελετώντας αυτό το πυκνογραμμένο και «εν θερμώ» κείμενο.

Ήδη από το Προοίμιο διδάσκεται εμμέσως η φιλαλήθεια. Ο φόβος γεννά ενοχή και η ενοχή οδηγεί στο ψέμα που περιπλέκει τα πράγματα και οδηγεί σε καταστάσεις που θα μας αιχμαλωτίσουν. Ο λαβύρινθος του ανθρώπινου μυαλού είναι πολλές φορές δημιούργημα της δικής μας ανασφάλειας και οι φοβίες οδηγούν τελικά στην υλοποίηση της δυστοπίας «Η Κόλαση είναι οι άλλοι».

Στο πρώτο κεφάλαιο παρατηρείται μια αντιστροφή: η «φυγή» γίνεται από τη μαγική για εμάς Νότιο Αφρική στα ελληνικά νησιά! Ο εξιδανικευμένος έρωτας του σκληροτράχηλου νεαρού αποικιοκράτη με την τέλεια γυναίκα γίνεται εν πλω: «Την είδε γερμένη στην κουπαστή του πλοίου, ένα ζωντανό άγαλμα χάρμα οφθαλμών, κι ένιωσε την ίδια στιγμή μια έντονη ερωτική ταραχή να τον κυριαρχεί στο μυαλό και στο σώμα» (σελ. 23).

Τα όποια μυθιστορηματικά στερεότυπα (δοκιμασμένα μέσα στο χρόνο και δια τούτο ανθεκτικά) ανατρέπονται δια της επιβεβαιώσεώς των. Παρακολουθούμε τις ερωτοτροπίες της φοιτήτριας Κοινωνιολογίας από τη Σκιάθο (που έχει μάλιστα το επίθετο Παπαδιαμάντη) με τον σαγηνευτικό συνιδιοκτήτη φυτείας:

Προϊούσης της αφηγήσεως διδασκόμεθα Ιστορία ή απλώς ανανεώνουμε το μνημονικό ίχνος προηγούμενων διαβασμάτων μας. Ο Νέλσον Μαντέλα, νεαρός φοιτητής, στα βήματα του Μαχάτμα Γκάντι πολεμάει εναντίον του απαρτχάϊντ «τον αγώνα για τα δικαιώματα των αυτοχθόνων Νοτιοαφρικανών.».

Εδώ είναι σαφές πια πως το θέμα του βιβλίου είναι τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική ελευθερία.

Η πρώην φοιτήτρια της Κοινωνιολογίας από τη Σκιάθο που την αποκλήρωσαν οι γονείς της μόλις έμαθαν την απόφασή της να ακολουθήσει έναν ιδιοκτήτη φυτειών και δούλων στη μακρινή Νότιο Αφρική, είναι τώρα αιχμάλωτη του αντρός της, δέσμια των περιστάσεων: «”Πόσο μεγάλο δώρο είναι να είσαι ελεύθερος, είτε είσαι άνθρωπος, είτε είσαι ζώο. Αλλά εγώ… Εγώ είμαι ελεύθερη μόνο στο μυαλό μου, μπορώ, ευτυχώς, να σκέφτομαι ό,τι θέλω. Δεν μπορώ, όμως να κάνω ό,τι επιθυμώ… Είμαι υποχρεωμένη να ακολουθώ τις αρχές που έχει επιβάλει ο άνδρας μου και ο πατέρας του…” σκεφτόταν θλιμμένα.»

Βενετία Πιτσιλαδή – Σούαρτ

Η αξιοποίηση των μυθιστορηματικών στερεότυπων γίνεται με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο:

Ας σταθούμε στη θετική ενέργεια, στην αισιοδοξία και στην δύναμη ψυχής που μεταγγίζει η ώριμη συγγραφέας στον παραπαίοντα αναγνώστη και στην παραπαίουσα αναγνώστρια που αναρωτιέται για τις επιλογές ζωής και για τις επιπτώσεις τους. Αυτή η θεραπευτική ενέργεια της λογοτεχνίας που δεν απευθύνεται μόνο στους διανοούμενους, σε συνδυασμό με την έμμεση συμβουλευτική, καθιστά αυτού του είδους τα πονήματα χρηστικά εγχειρίδια αυτοβελτίωσης και αυτογνωσίας. Όπως είπε ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ στο νεκροκρέβατό του «δεν υπάρχει τίποτα το προσωπικό». Όλες οι ιστορίες συγκοινωνούντα δοχεία κι όλοι οι άνθρωποι συνδεδεμένοι από έναν αόρατο ομφάλιο λώρο, λευκόχρυσο…

Η αφήγηση είναι κυριολεκτική. Με αξιώσεις και αστυνομικού μυθιστορήματος, απαντάει κάθε στιγμή στα βασικά ερωτήματα: ποιος, πότε, τι, πού, πώς, γιατί.

Η λατρεία της Ελλάδας και κάθε τι ελληνικού φαίνεται στο κεφάλαιο υπ’ αριθμ. 17.

Οι διαρκείς ανατροπές, οι αντιθέσεις, οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες των εξελισσόμενων δραματικών προσώπων είναι βασικά δομικά στοιχεία για την εξασφάλιση του ενδιαφέροντος του αναγνώστη-θεατή.

Το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να διασκευαστεί σε τηλεοπτικό σήριαλ και επιδέχεται πολλών μεταφορών στην οθόνη ή στη σκηνή, όπως έχω ήδη δηλώσει.

Η σκυτάλη σ’ εσάς θεατές ενός ιδεατού μωσαϊκού που σχηματίζεται εσείς με το συνδημιουργικό μυαλό σας.

Αναμένουμε και τα επόμενα λεπταίσθητα, τεχνουργημένα, «υφαντά» λογοτεχνήματα της Βενετίας Πιτσιλαδή – Σούαρτ.  Με τέτοια παρακαταθήκη συγγραφικής εμπειρίας και γνώσης των ανθρωπίνων θα είναι σίγουρα ανώτερα από κάθε προσδοκία.

* O Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας , ποιητής, θεατρολόγος και κριτικός (www.konstantinosbouras.gr)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s