Η Κατερίνα Βασιλάκη γράφει για τη «Θύελλα στη Βενετία»

Γενεύη, Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019

Καλησπέρα σας και από μένα!

Είναι μεγάλη χαρά να συμμετέχω στην αποψινή εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου της αγαπητής σε όλους μας κ. Βενετίας ΠιτσιλαδήΣούαρτ.

Η Θύελλα στη Βενετία είναι το τρίτο μυθιστόρημα της συγγραφέως. Προηγήθηκαν το πρώτο της βήμα στα μονοπάτια της λογοτεχνίας με τίτλο Η θεατρίνα της ζωής που κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Σαββάλας και το δεύτερο έργο της με τίτλο Ολόγυμνη με ψυχικές χειροπέδες που κυκλοφόρησε το 2015 από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Ακολουθώντας τη γραμμή των δύο προηγούμενων έργων της, η συγγραφέας συνθέτει εδώ ένα νέο λογοτεχνικό ψυχογράφημα. Σε αντίθεση, όμως, με τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα, η υπόθεση της Θύελλας στη Βενετία στρέφεται γύρω από τη ζωή και τα πάθη, τις αρετές και τα τραύματα ενός άνδρα πρωταγωνιστή, του Διονύση Γιαννάτου.

Το βιβλίο ανοίγει με δύο παραθέματα.

Το πρώτο ανήκει στον Carl Jung, μεγάλο Ελβετό ψυχολόγο και ψυχίατρο, θεμελιωτή της αναλυτικής ψυχολογίας, ο οποίος εύστοχα σημειώνει ότι «Ο υγιής άνθρωπος δεν βασανίζει τους άλλους. Γενικά είναι οι βασανισμένοι εκείνοι που εξελίσσονται σε βασανιστές». Το πρώτο αυτό παράθεμα προϊδεάζει τον αναγνώστη για το γεγονός ότι ένα υπόβαθρο τραυματικών εμπειριών μπορεί να διαμορφώσει νοσηρές συμπεριφορές και προσωπικότητες και προετοιμάζει το έδαφος για τον ψυχογραφικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος που ακολουθεί.

Το δεύτερο παράθεμα προέρχεται από το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη: πρόκειται για το ποίημα Επέστρεφε που προαναγγέλλει τον κόσμο των παθών, σαρκικών και ψυχικών, που θα ταλαιπωρήσουν τους ήρωες της ιστορίας.

Μεγάλα πάθη λοιπόν και ήρωες ανάγλυφοι, βασανισμένοι και γι΄αυτό βασανιστές…

Το κείμενο της Θύελλας ανοίγει μια νύχτα χιονοθύελλας στην Αθήνα, με μια περιγραφή που θα παρέπεμπε σε αστυνομικό, μάλλον, μυθιστόρημα: παρακολουθούμε τον πρωταγωνιστή της πρώτης αυτής σκηνής, που χαρακτηρίζεται με το παρατσούκλι «Θολός», να προσπαθεί – χωρίς επιτυχία – να διαπράξει μια δεύτερη δολοφονία, μετά από μια πρώτη, επιτυχημένη, το ίδιο πρωί. Η ιστορία του Θολού μένει στη συνέχεια εκκρεμής, ώσπου το μυστήριο να λυθεί, λίγο πριν το τέλος του κειμένου…

Από το πρώτο ως το έκτο κεφάλαιο και, πιο σποραδικά, στη συνέχεια του βιβλίου, η συγγραφέας εισάγει βήμα βήμα τα κύρια πρόσωπα της ιστορία της. Στο πρώτο κεφάλαιο, γνωρίζουμε την όμορφη και γοητευτική Ορνέλα Φερούτζη, το δεύτερο κεφάλαιο μας εισάγει στον κόσμο του Κερκυραίου Άγγελου Γιαννάτου, γόνου μιας μεγάλης αριστοκρατικής οικογένειας του νησιού, ενώ στο τρίτο κεφάλαιο, γνωρίζουμε τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, Διονύση, το νεότερο γιο μιας πάμφτωχης Kερκυραϊκής οικογένειας, τον οποίο η πορεία της ζωής μεταμορφώνει και τον οδηγεί να επιλέξει να γίνει υπεράνθρωπος…

Καθώς ο αναγνώστης συνεχίζει το ταξίδι του στις σελίδες του βιβλίου, νέα πρόσωπα εμφανίζονται και διεκδικούν τη θέση τους στην πλοκή των γεγονότων: ο Τζόρτζιο από τη Λέσβο, που αναλαμβάνει σε ορισμένα κεφάλαια το ρόλο του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, η Λουίζα, η Κατερίνα νεαρή πιανίστα, ο φιλόσοφος Νικήτας Ζακυνθυνάκης, ο δικηγόρος Άγγελος Ντέστινης… Οι μοίρες των ηρώων μπλέκονται άρρηκτα σε μια σειρά γεγονότων, άλλοτε προβλέψιμων και άλλοτε εντελώς απρόβλεπτων, με ανατροπές που συχνά μας ξαφνιάζουν.

Δεν πρόκειται βεβαίως να σας πω εδώ πώς εξελίσσεται η υπόθεση του βιβλίου και να σας στερήσω τη χαρά της ανάγνωσής του… Θα περιοριστώ σε μερικές φιλολογικές παρατηρήσεις σχετικές με στοιχεία της αφήγησης που τράβηξαν την προσοχή μου.

Εμείς οι φιλόλογοι, όταν καταπιανόμαστε με την ανάλυση ενός λογοτεχνικού κειμένου, συνηθίζουμε να αναφερόμαστε σε τέσσερις διαστάσεις ή παραμέτρους.

Η πρώτη διάσταση της λογοτεχνικής ανάλυσης ενός κειμένου αναφέρεται στη γλώσσα και τη ρητορική τεχνική του.

Η γλώσσα της Θύελλας στη Βενετία είναι λιτή, άμεση, ποιητική. Ο λόγος του κειμένου ρέει, γεννώντας γλαφυρές περιγραφές και διαλόγους γεμάτους ζωντάνια. Με διάθεση συχνά στοχαστική, φωτίζονται οι ήρωες και ο χαρακτήρας τους, καταγράφονται τραύματα και πληγές, δημιουργούνται μορφές ενδιαφέρουσες και ανάγλυφες. Η γλώσσα είναι απαλλαγμένη από άχρηστα βάρη, το κείμενο διαβάζεται ευχάριστα και διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ο λόγος, δυναμικός, ποιητικός, ελπιδοφόρος, αποδίδει και περιγράφει εύστοχα και γλαφυρά την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στο βιβλίο, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο καμβά προσώπων και τόπων.

Η δεύτερη διάσταση είναι αυτή της μυθοπλασίας.

Για την προβολή των ηρώων και την εξέλιξη της πλοκής της Θύελλας, η συγγραφέας υιοθετεί μια προσέγγιση ψυχογραφική. Η παρουσίαση κάθε ήρωα περιλαμβάνει συστηματικά μια εκτενή αναφορά στο παρελθόν του, προσωπικό και οικογενειακό, που αποτελεί το υπόβαθρο για την ερμηνεία των χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς του, όπως διαγράφονται στη συνέχεια. Η ανεκπλήρωτη ανάγκη για μητρική αγάπη γεννά ήρωες κλονισμένους και ασταθείς συναισθηματικά, ενώ αντίθετα η αποδοχή από το οικογενειακό περιβάλλον δημιουργεί μορφές ικανές να σταθούν όρθιες και να βαδίσουν με ασφάλεια και σταθερότητα προς την υλοποίηση των σχεδίων τους. Αναγνωρίζει κανείς εδώ την ιδιότητα της ψυχολόγου και της μητέρας, που χαρακτηρίζουν την ίδια τη συγγραφέα και αξιοποιούνται εύστοχα στο κείμενο.

Από την άποψη αυτή, η Θύελλα στη Βενετία θα μπορούσε να ενταχθεί στην κατηγορία του bildungsroman, ή, επί το ελληνικότερον, του «μυθιστορήματος διαμόρφωσης» ή «μυθιστορήματος εξέλιξης». Ας σημειώσουμε ότι οι κριτικοί λογοτεχνίας συγκλίνουν στην άποψη ότι το bildungsroman υποεκπροσωπείται στην ελληνική πεζογραφία, ωστόσο υπάρχουν ορισμένα έργα τα οποία αναφέρονται σταθερά ως ανήκοντα στο είδος όπως τα Eroica (1938) του Κ. Πολίτη, Λεωνής (1940) του Γ. Θεοτοκά και Τα ψάθινα καπέλα (1946) της Μ. Λυμπεράκη.

Η αφήγηση μας μεταφέρει σε τόπους γνώριμους στη συγγραφέα : στη Λέσβο του Τζόρτζιο, στην Αθήνα του φιλοσόφου και στο Καβούρι του Διονύση, στη Γενεύη και το Γκστάαντ των χειμερινών διακοπών των ηρώων της ιστορίας μας. Και βεβαίως στη μαγευτική Βενετία… Αντιλαμβάνεται εδώ ο αναγνώστης το σκόπιμο παιχνίδι με το όνομα της πόλης και το βαπτιστικό όνομα της συγγραφέως και αποδέχεται να διαβάσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, τη Βενετία της Βενετίας. Οι περιγραφές των τοπίων είναι ποιητικές και αποτελούν συχνά αφορμή, και κάποτε μάλιστα συμπλήρωμα, της ψυχογραφικής διάθεσης που χαρακτηρίζει την αφήγηση της ιστορίας. Ενδεικτικό, από αυτή την άποψη, θεωρώ τον τρόπο με τον οποίο ο Τζόρτζιο περιγράφει τη βροχή, λίγο αφότου αφηγείται τη γνωριμία του με το Διονύση…

Βεβαίως, η λογοτεχνική δημιουργία είναι προϊόν της συγγραφικής φαντασίας, μιας φαντασίας που μεταλλάσσει την πραγματικότητα.

Αξίζει από αυτή την άποψη να σχολιάσουμε το φωτογραφικό υλικό που συμπληρώνει το βιβλίο. Κι είναι εδώ δηλωτικό της συγγραφικής ελευθερίας ότι η σύνδεση των φωτογραφιών με τους ήρωες και τα σκηνικά του μυθιστορήματος είναι αυθαίρετη, προïόν της φαντασίας της γράφουσας. Έτσι, η κ. Σούαρτ αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την ελαιογραφία ενός Παριζιάνου φοιτητή που φιλοτέχνησε ο Γεώργιος Άβλιχος το 1888 (Λάδι σε χαρτόνι , 45 x 34 εκ., Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη) για να μας συστήσει τον δικό της Άγγελο Γιαννάτο. Με την ίδια συγγραφική ελευθερία, παραθέτει φωτογραφίες από το υπαρκτό ξενοδοχείο του Giuseppe Cipriani, στο νησί Giudecca της βενετσιάνικης λιμνοθάλασσας, και μας καλεί να τοποθετήσουμε δίπλα του το παλάτσο του Άγγελου Γιαννάτου. Κι ακόμη, τοποθετεί στα ράφια ενός παλαιοβιβλιοπωλείου της Ρώμης μια παρτιτούρα του Σούμπερτ από την προσωπική βιβλιοθήκη του μουσικοσυνθέτη αδελφού της. Ωστόσο, η συγγραφική αυτή ελευθερία κάθε άλλο παρά άστοχη αποδεικνύεται. Η συγγραφική φαντασία μοιάζει εδώ να καταλύει και να υπερβαίνει τη διάσταση μεταξύ πραγματικού και μυθιστορηματικού, απτού και φανταστικού. Κι αν ο αναγνώστης πέσει στην παγίδα, δεν έχει τίποτα να χάσει…

Η τρίτη παράμετρος που ενδιαφέρει ένα φιλόλογο είναι η διάσταση του συγγραφέα ως δημιουργού. Λογοτεχνικό είναι ένα κείμενο όταν διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση αμεσότητας, μια σχέση αυθεντική με την ιδιοσυστασία του ανθρώπου που το δημιούργησε και τον οποίο εκφράζει.

Διαβάζοντας τη Θύελλα στη Βενετία, σχημάτισα την εντύπωση ότι το κείμενο αποτελεί, σε πολλές περιπτώσεις, απόηχο και τρόπο έκφρασης προσωπικών βιωμάτων, εμπειριών και ανησυχιών της γράφουσας.

Προσωπικά, διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον τη συζήτηση μεταξύ του φιλοσόφου και του Τζόρτζιο που ξεκινά στη σελίδα 233. Τράβηξαν την προσοχή μου η αναφορά στις γειτονιές της μεταπολεμικής Αθήνας και στην απώλειά τους στο βωμό μιας προόδου που καταλήγει συχνά στην « ισοπέδωση των πάντων» (σελ. 235), η σύντομη αναφορά στην ιστορία των θερινών κινηματογράφων (σελίδες 235-236) και στη λουλουδιασμένη Αθήνα των ανθοπωλών (σελίδες 237-238), περιγραφές που η συγγραφέας παραχωρεί στον φιλόσοφο ήρωα της, το Νικήτα. Η συζήτηση μεταξύ του φιλοσόφου και του Τζόρτζιο γίνεται εξάλλου αφορμή για τη συγγραφέα, που αποτελεί μέλος του Συμβουλίου της Ελβετικής Επιτροπής για την Επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα, να εκφράσει σύντομα τις απόψεις της επί του θέματος. Αναγνωρίζει άλλωστε κανείς την πινελιά της προσωπικής εμπειρίας της συγγραφέως στο κεφάλαιο όπου γίνεται αναλυτική περιγραφή της απονομής των βραβείων Giuseppe Sciacca στη Ρώμη (σελ. 161 κ.ε.).

Το κείμενο φέρει, εξάλλου, το στίγμα των αναγνωσμάτων της γράφουσας, η οποία παραθέτει χωρία αγαπημένων της συγγραφέων, άλλοτε αναφέροντας την πηγή της και άλλοτε αφήνοντας τον αναγνώστη να την μαντέψει. Παρελαύνουν έτσι μέσα στις σελίδες του βιβλίου, στίχοι του Ελύτη και του Εγγονόπουλου, φράσεις του Καζαντζάκη, του Τερζάκη, του Νίτσε και του (Χόρχε Λουίς) Μπόρχες, ενώ δεν λείπουν αρκετές αναφορές σε ζωγράφους και συνθέτες, η τέχνη των οποίων φαίνεται να συγκινεί ιδιαιτέρως τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος .Κάνοντας χρήση της συγγραφικής της ελευθερίας, η κ. Σούαρτ δε διστάζει να κλείσει το μάτι στον αναγνώστη και να παίξει μαζί του, επινοώντας και περιγράφοντας φιλικές σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες του μυθιστορήματος και σε πρόσωπα αληθινά και σημαίνοντα, όπως ο Ουμπέρτο Έκο, που εμφανίζεται να συνδιαλέγεται με τον Άγγελο Γιαννάτο και να προσφέρει τις εύστοχες συμβουλές του:

Διαβάζοντας τη Θύελλα στη Βενετία, αναγνώρισα τρία στοιχεία του κειμένου, τα οποία φέρουν, κατά την αντίληψή μου, πιο έντονη την προσωπική πινελιά της συγγραφέως.

Το πρώτο εντοπίζεται στα χωρία εκείνα που αναφέρονται στη βαθιά ανάγκη κάθε ανθρώπου να γνωρίσει και να συνδεθεί (ή να επανασυνδεθεί) με τις ρίζες του, στον ξενιτεμό που πονά όσο όμορφος κι αν είναι ο προορισμός του ταξιδιού. Αναγνωρίζει κανείς εδώ την Ελληνίδα της διασποράς, με τη ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα σχετικά με την γλώσσα, τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό της πατρίδας μας, τη γυναίκα που το 2015 απέσπασε από την Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας Χρυσό Μετάλλιο για τη συμβολή της στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό.

Το δεύτερο στοιχείο αναφέρεται στη μορφή της γυναίκας, όπως διαγράφεται μέσα από τις σελίδες της Θύελλας στη Βενετία. Κι είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι ενώ ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι άνδρας, οι γυναίκες της ζωής του συμβάλλουν κατά τρόπο καίριο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των επιλογών του. Η σύνθεση των γυναικείων μορφών του κειμένου παρουσιάζει τη «γυναίκα» σε πολλούς ρόλους, άλλοτε συμπληρωματικούς και άλλοτε αντικρουόμενους: άλλοτε σαγηνευτική κι ερωτική, άλλοτε εύθραυστη και τρυφερή, μητέρα, σύζυγος, ερωμένη, η γυναίκα αναδεικνύεται άλλοτε συνοδοιπόρος κι άλλοτε πραγματικός οδηγός και διαμορφωτής της πορείας ζωής των ανδρών του μυθιστορήματος.

Η πιο προσωπική, όμως, πινελιά εκφράζεται συνοπτικά στον επίλογο του μυθιστορήματος που περιγράφει μια ευρύτερη στάση ζωής. Στις δύο τελευταίες σελίδες του κειμένου συμπυκνώνεται η θετική διάθεση και ενέργεια με την οποία η συγγραφέας συνηθίζει να αντιμετωπίζει τη ζωή και την οποία μας καλεί να μοιραστούμε: ο σεβασμός και η κατανόηση του εαυτού μας και των άλλων, η αναγνώριση της μοναδικότητας κάθε ανθρώπου, η βεβαιότητα ότι τα προβλήματα, όταν προκύπτουν, είναι μαθήματα που βελτιώνουν τη ζωή μας, η αγάπη, ο έρωτας, η δημιουργία, η προσφορά, βρίσκουν σε αυτές τις σελίδες μια ευσύνοπτη έκφραση που θα ακούσουμε αργότερα από την ίδια τη συγγραφέα…

Η τελευταία παράμετρος που ενδιαφέρει τους φιλολόγους σχολιάζοντας ένα κείμενο είναι η αισθητική του διάσταση. Πρόκειται ουσιαστικά για την αισθητική απόλαυση που προκαλεί το λογοτεχνικό κείμενο και η τέχνη του λόγου όπως εκεί χρησιμοποιείται.

Αυτή την αισθητική διάσταση, θα σας αφήσω να την ανακαλύψετε μόνοι σας, διαβάζοντας και απολαμβάνοντας το βιβλίο Θύελλα στη Βενετία

Σας ευχαριστώ για τη προσοχή σας !

Κατερίνα Βασιλάκη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s